Φίλοι χαμένοι
τυχαία στη σκιά του αποψινού ύπνου,
σ’ ένα όνειρο συναντηθήκαμε ξανά,
να συμφωνήσουμε σιωπηλά πως η ζωή μας έγειρε ανεπαίσθητα.
Τι χρειάζονται οι ποιητές σε τόσο μίζερους καιρούς;
Φίλοι χαμένοι
τυχαία στη σκιά του αποψινού ύπνου,
σ’ ένα όνειρο συναντηθήκαμε ξανά,
να συμφωνήσουμε σιωπηλά πως η ζωή μας έγειρε ανεπαίσθητα.
Σελ. 45: Η πάμφωτη πολιτεία: το ποιητικό όραμα μιας ιδανικής πολιτείας (πρβλ. πλατωνική «Πολιτεία» και «Τίμαιο»), μιας «civitas solis» (πρβλ. Το ομώνυμο έργο του Campanella), μιας ονειρικής ουτοπίας, που, όμως, πολιορκείται από βαρβαρικές ορδές για να συνειδητοποιήσει, με την παρακμή και την πτώση της, τη δική της βαρβαρότητα. Πρβλ. Μακρυγιάννη: «θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε».
Σελ. 45: «Μήλος», «Σάμος», «Μυτιλήνη»: οι τρεις πόλεις αποστάτησαν από την αθηναϊκή συμμαχία ή αρνήθηκαν να ενταχθούν σ΄αυτήν στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Πολιορκήθηκαν και τελικά υποτάχθηκαν στους Αθηναίους οι οποίοι, για τιμωρία, θανάτωσαν όλους τους άνδρες και πούλησαν ως σκλάβους τα γυναικόπαιδα. (πρβλ. Θουκυδίδου, Ιστορίαι, Γ ,35-50 και Ε ,80-83)
Σελ. 46: «Κλέων»: αδίστακτος δημαγωγός, ο «βιαιότατος», κατά το Θουκυδίδη, ο πολιτικός ηγέτης της Αθήνας, ο οποίος διαδέχτηκε τον Περικλή. Ήταν αυτός που έπεισε τους Αθηναίους να επιβάλουν την απάνθρωπη τιμωρία στους Μυτιληναίους. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός στην εξαπάτηση του δήμου. Ο Αριστοφάνης διακωμωδεί την προσωπικότητα και την πολιτική του τακτική στην κωμωδία του «Ιππείς».
Σελ. 46: Απολιθωμένα σώματα: ο ποιητής αντιμέτωπος με μυθική Μέδουσα (Γοργώ) και την Αθηνά, αγωνιά καθώς αναμετράται με τη γνώση και την «τερατώδη» σοφία, την οποία, όταν η ανθρώπινη ύπαρξη κατακτά, επιτείνει την καταστροφή της.
Σελ. 46: «τρίστρατα», «Σφίγγα», «Ιοκάστη», «Πύθων»: αναφορά στο μύθο των Λαβδακιδών και συγκεκριμένα στον Οιδίποδα, ο οποίος πηγαίνοντας στους Δελφούς για να μάθει την πραγματική του ταυτότητα, δολοφόνησε εν αγνοία του τον πατέρα του Λάιο στο τρίστρατο για να διαβεί εκείνος πρώτος. «Πύθων»: το τρομερό φίδι που φύλαγε το χώρο του Μαντείου των Δελφών, σύμβολο της δύναμης των πρωτόγονων χθόνιων θεοτήτων. Το σκότωσε ο Απόλλων για να γίνει ο ίδιος κύριος του μαντείου. Γι’ αυτό ονομαζόταν και Πύθιος, ενώ οι χρησμοδότριες ιέρειές του Πυθίες. (Απόλλων: φως/πολιτισμός vs Πύθων: σκότος /αρχέγονο ένστικτο).
Σελ. 47: μη ιστορικές εικόνες από την επιστοφή των ηττημένων Αθηναίων της Σικελικής εκστρατείας (415-413 π.Χ)
Σελ. 47: Αναγνώριση: ο ποιητής αναγνωρίζει τη φύση του καθώς οραματικά επεξεργάζεται την αισθητική των προγόνων. Ταυτίζει το έργο του με τα «ερείπια» των μνημείων. Πρόκειται για μια ανολοκλήρωτη αισθητική, ανίκανη να αποτελέσει ενότητα, ανίκανη να ολοκληρωθεί ως «Αγαθό». Έτσι, κι η τέχνη του ατελέσφορη, σπαραγματική, χρειάζεται τη συνεισφορά της φαντασίας των άλλων για να ολοκληρωθεί ως προσφορά και ευεργεσία στους δοκιμαζόμενους συνανθρώπους του.
Σελ. 48-49: Ονοματολόγοι εξουσιάζουν: το προνόμιο της μνήμης δεν ανήκει ούτε αναγνωρίζεται πια στους ποιητές, αλλά σε τυχοδιώκτες επιτήδειους, πρώην δούλους πολιτικάντηδων δημαγωγών, οι οποίοι αποτέλεσαν «χρήστες» της μνήμης. Ηγεμονεύουν εκμεταλλευόμενοι τη «δύναμη» που τους έδωσε η συνήθεια και η «εργαλειακή διαχείριση-χρήση της μνήμης».
Σελ. 48: «νομενκλάτορες»: στη Ρωμαϊκή εποχή, νομενκλάτορες ήταν οι δούλοι που αποστολή τους είχαν να θυμίζουν στους Ρωμαίους Συγκλητικούς αφέντες τους τα ονόματα των Ρωμαίων πολιτών που συναντούσαν στο δρόμο. Έτσι, οι Συγκλητικοί προσποιούνταν ότι έχουν προσωπικό ενδιαφέρον για τους υπηκόους τους, των οποίων την ψήφο χρειάζονταν για την ανάδειξή τους στα δημόσια αξιώματα που διεκδικούσαν. (η λέξη από το λατινικό nomen-inis =όνομα)
Σελ. 49: Κ(άργιες), ανάμνηση Κάφκα: Στα τσέχικα «kavka» σημαίνει «κάργια». Κάθε διαπραγμάτευση ή ανάλυση του παραλόγου των τεχνολογικών και γραφειοκρατικών κοινωνιών και του υπαρξιακού κενού που αυτές προκαλούν είναι, μετά το έργο του, «καφκική». Η αναμονή της σωτηρίας από τους οδοιπορούντες αποίκους του δικού μας ποιητικού μύθου συνιστά καφκικό παράδοξο. Πρόκειται για ανθρώπους συντετριμμένους, άνευρους και ηττοπαθείς, όπως περιγράφονται στο ποίημα. Αυτοί, κατά τον ποιητή, δεν είναι πια ικανοί να γίνουν φορείς ελπίδας και νέας ζωής. Μια γενιά εξευγενισμένων δούλων που δεν μπορεί να εκπληρώσει καμιά σωτηρία.
Σελ. 50: Ο μηδίσας: (μηδίσας: ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιούνταν ως βαριά κατηγορία και ως υποτιμητική έκφραση αποδοκιμασίας για όσους Έλληνες της κλασσικής εποχής υιοθετούσαν τον τρυφηλό τρόπο ζωής των Μήδων-Περσών. Παρέπεμπε σε ανόσια προδοτική συμπεριφορά. Για μηδισμό κατηγορήθηκαν οι Θηβαίοι που συμμάχησαν με τους Πέρσες, αλλά και επιφανείς στρατηγοί και πολιτικοί όπως ο Θεμιστοκλής, ο Παυσανίας, ο Αλκιβιάδης. Μηδίσαντες θεωρήθηκαν όσοι επιφανείς έλληνες κατεφευγαν στην αυλή των Περσών βασιλέων ή σατραπών). Εδώ, συμβολικά: «μηδίσας», ο ποιητής Έζρα Πάουντ. Εύστοχος ο χαρακτηρισμός αν γίνει ο συσχετισμός με την προσωπικότητα, την αιχμαλωσία και τη μετέπειτα ζωή του μοντερνιστή αμερικανού ποιητή: Υποστήριξε τον Μουσολίνι, συνελήφθη από τους συμπατριώτες του Αμερικανούς στρατιώτες και δικάστηκε στις ΗΠΑ για εσχάτη προδοσία. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά λόγω διάγνωσης ψυχικής διαταραχής έζησε για 13 χρόνια έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική. Πέθανε στη Βενετία το 1972, στην πόλη όπου το 1908 εξέδωσε, με δικά του έξοδα, την 1η ποιητική του συλλογή. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κύλησαν μέσα στη σιωπή. Ο ποιητής θίγει άλλη μια πτυχή της μοίρας των ποιητών, δέσμιος του φόβου,μην τυχόν υποστεί κι ο ίδιος μια παρόμοια μοίρα, μετά τη δηλωμένη αδυναμία του να εκπληρώσει τη σωτηρία που υποσχέθηκε στους συνοδοιπόρους του.
Σελ. 53: Σωπαίνουν οι εικονολάτρες: ο ποιητής επιδιώκει τη σιωπή,γι’ αυτό και γίνεται εχθρός των εικόνων. Όσοι πέθαναν στην πορεία μέσα στην άνυδρη κοίτη του Σπερχειού, σαν Ερινύες, του υποβάλλουν τη σιωπή, την επάνοδο στην αρρυθμία άλλων ποιητών. Αυτοί «συσκοτίζουν» τις εικόνες για να μην αποκαλυφθεί η δύναμη της ποίησης. Τον θέλουν έναν από αυτούς, μέλος ενός συμβιβασμένου «ιερατείου» που διακηρύττει πως μόνον αυτό δικαιούται να «ελέγχει» τις εικόνες της ποίησης. Ως «φανατικοί εικονολάτρες», κρατούν την τέχνη της ποιήσεως για τη συντεχνία τους. Σιγά σιγά μετατρέπονται σε «εικονόδουλους». Δεν δημιουγούν πια εικόνες, αλλά τους αρέσει να υποτάσσονται δουλικά σ’αυτές αναπαράγοντας ολοένα τις ίδιες.
Σελ. 54-55: Το πέρασμα στη σιωπή – Fragmenta et altera somnia: θραύσματα και άλλα όνειρα…: μετέωρος ο ποιητής ανάμεσα στις κραυγές της κοινότοπης ρητορείας και στη σιωπή. Αδύναμος, φοβισμένος, αλλά και μανιακός της υστεροφημίας, επιζητά ηγεμονία στη μνήμη των άλλων. Γι’ αυτό συνεχίζει να μαζεύει εικόνες, να διαπραγματεύεται τα ανεκπλήρωτα όνειρα της ιστορίας και την πίκρα των θυμάτων τους, διαλεγόμενος πια με τις σκιές των οραμάτων του.
Σελ. 54: «μανιακοί σπορείς οι Δευκαλίωνες»: Δευκαλίων: ο γενάρχης των Ελλήνων σύμφωνα με τη μυθολογία. Εδώ αξιοποίηση του μύθου της αναγέννησης του ανθρώπινου είδους από τις πέτρες που έριχνε ο Δευκαλίωνας μετά τον κατακλυσμό .
Σελ. 55: οι εικόνες και οι παραστάσεις των ψηφιδωτών από τη Μονή της Χώρας (11ος αι. μ.Χ, Κωνσταντινούπολη).
Σελ. 56: ΗΒΑΤΑΙΑΤΗ = ΗΒΑΤΑΙ ΑΤΗ: ηβάομαι-ωμαι: βρίσκομαι σε νεανική ακμή/ Άτη: η θεά που έφερνε στους ανθρώπους την τύφλωση οδηγώντας τους στην έπαρση και στην ύβριν προετοιμάζοντας ταυτόχρονα τη συντριβή της τιμωρίας και την κάθαρση. Τελικό συμπέρασμα: Η Άτη είναι ακόμη ισχυρή και παρούσα, επομένως, η τιμωρία και η κάθαρση καραδοκούν καθώς οι πλάνες και η αλαζονεία περισσεύουν.
σελ. 34, η επιθυμία της φωτιάς: αναζητώντας το αντίβαρο του θανάτου στην ενέργεια και στη δημιουργική δύναμη της φωτιάς: το θεμέλιο του πολιτισμού και συνέχισης της ζωής.
σελ. 35, η εποχή της αθωότητας: το πέρασμα της σκέψης από τη φύση στην τέχνη, και από τη σχηματική – γεωμετρική απόδοση της πραγματικότητας στην εννοιοδότησή της από το αφηρημένο, συμβολικό σύστημα της γραφής. Σιγά-σιγά ενεργοποιούνται οι αισθήσεις (η δύναμη της ζωής) και εισέρχονται στο λόγο για να «λησμονηθεί το πρόσωπο των νεκρών».
Σελ. 35: «πορτοκαλί σκύλος…»: από τον πίνακα του Gauguin Arearea («Ευθυμία») 1892, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι.
Σελ. 35: «Αμφιγυηέντες»: χωλοί, παραπαίοντες (ομηρικό επίθετο: «αμφιγυηείς» χαρακτηρίζεται ο Ήφαιστος).
Σελ. 36-37: στη δροσιά των δασών: οι οδοιπόροι κι ο ποιητής μετεωρίζονται ανάμεσα στις αισθήσεις και στις άλογες δυνάμεις της αόρατης εξουσίας που υφίστανται. Η δύναμη που ρέπει στην αλαζονεία και στην αδικία θα δεχθεί το δέος και την τιμωρία της τελικής κρίσης (=η διαχρονική επαγγελία της μεταθανάτιας απόδοσης δικαιοσύνης των θρησκειών).
Σελ. 37: «Τειρεσίας, Κάλχας, Μεγιστίας»: εμβληματικά πρόσωπα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας με προφητικές ικανότητες – σύνδεσμοι των θνητών με τους θεούς. Ο Τειρεσίας, τυφλός μάντης του Τρωικού και Θηβαϊκού μυθικού κύκλου, ο Κάλχας οιωνοσκόπος του Τρωικού, ο Μεγιστίας, ο Ακαρνάνας μάντης που προέβλεψε τη θυσία των 300 στις Θερμοπύλες και έπεσε μαζί τους. Ραδάμανθυς, Μίνως, Αιακός: οι τρεις κριτές των ψυχών στον Άδη. Ήταν γιοι του Δία και ονομαστοί για τη δικαιοσύνη τους άνθρωποι.
Σελ. 37: καλπάζουν αντί καλπλάζουν (παρόραμα)
Σελ. 37: «ἦ κέλευθος σωτηρίας»: υπάρχει η οδός της σωτηρίας
Σελ. 38-40: Η επιστροφή των Μυρμιδόνων: αναπλαισιώσεις του Τρωικού κύκλου και της μυθολογίας της Φθίας (ακολουθώντας τη «μυθική μέθοδο»): οι στιγμές που η εξωτερική δύναμη και η μανιώδης βία των άτεγκτων πολεμιστών αποδομείται από την ίδια τους τη συνείδηση. Η θλίψη και η ταλαιπωρία της ψυχής, καταργεί την έπαρση της νικηφόρας μάχης. Μόνον οι βάρβαροι παραμένουν αμετανόητοι καθώς είναι πια εθισμένοι στην ορμή του ενστίκτου, δηλαδή οριστικά κατεστραμμένες ψυχές.
Σελ. 38: «Σκάμανδρος» ή Ξάνθος: ποταμός στην πεδιάδα της Τροίας, γιος του Δία και κατά ορισμένες μυθολογικές εκδοχές γενάρχης των Τρώων. Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου πολλές φορές τα νερά του γέμιζαν από το αίμα των πολύνεκρων μαχών. Χαρακτηριστική αναφορά στην Ιλιάδα, Φ,12-21, όταν ο Αχιλλέας με μανία φονεύει τους Τρώες μέσα στα νερά του:
…ὡς δ᾽ ὅθ᾽ ὑπὸ ῥιπῆς πυρὸς ἀκρίδες ἠερέθονται
φευγέμεναι ποταμὸν δέ· τὸ δὲ φλέγει ἀκάματον πῦρ
ὄρμενον ἐξαίφνης, ταὶ δὲ πτώσσουσι καθ᾽ ὕδωρ·
ὣς ὑπ᾽ Ἀχιλλῆος Ξάνθου βαθυδινήεντος (15)
πλῆτο ῥόος κελάδων ἐπιμὶξ ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν.
αὐτὰρ ὃ διογενὴς δόρυ μὲν λίπεν αὐτοῦ ἐπ᾽ ὄχθῃ
κεκλιμένον μυρίκῃσιν, ὃ δ᾽ ἔσθορε δαίμονι ἶσος
φάσγανον οἶον ἔχων, κακὰ δὲ φρεσὶ μήδετο ἔργα,
τύπτε δ᾽ ἐπιστροφάδην· τῶν δὲ στόνος ὄρνυτ᾽ ἀεικὴς
ἄορι θεινομένων, ἐρυθαίνετο δ᾽ αἵματι ὕδωρ.
Σελ. 39: «Πολυμήστωρ»: στην τραγωδία του «Εκάβη», ο Ευριπίδης παρουσιάζει την αιχμάλωτη πια βασίλισσα της Τροίας να τυφλώνει τον βασιλιά των Θρακών Πολυμήστορα, επειδή εκείνος, μόλις έμαθε την ήττα των Τρώων, δολοφόνησε τον τελευταίο εν ζωή γιο της Πολύδωρο, παρ’ όλο που είχε δώσει υπόσχεση στον Πρίαμο ότι θα τον προστάτευε. Ο Πολυμήστωρ τιμωρείται ως προδότης και όταν ζητά δικαιοσύνη από τον Αγαμέμνονα, ο τελευταίος αθωώνει την Εκάβη.
Σελ. 40: «Δαναόμορφοι», Δαναοί: συνήθης ονομασία των Ελλήνων στον Όμηρο.
Σελ. 40: «…παίρνοντας την ταπεινή τους μορφή»: οι Μυρμιδόνες, σύμφωνα με τη μυθολογία, προήλθαν από τα μυρμήγκια που μεταμόρφωσε σε ανθρώπους ο Δίας για να γίνουν υπήκοοι του γιου του Αιακού, όταν αυτός έμεινε ολομόναχος στην Αίγινα. Οι Μυρμιδόνες ακολούθησαν τον Πηλέα στην εξορία του στη Φθία, μετά την κατηγορία για το θάνατο του αδελφού του Φώκου.
Σελ. 41: Άσματα των ανέμων: ο ποιητής απευθύνεται στο Σπερχειό των οραμάτων του. Επανέρχεται το θέμα της φθοράς και του αμείλικτου θανάτου.
Σελ. 41: «Νύμφες»: Στους αρχαίους μύθους (Ναϊάδες) και στη λαϊκή παράδοση (Νεράιδες) είναι υπερκόσμιες θεότητες των νερών, των λιμνών και των ποταμών(εδώ του Σπερχειού). Όμορφες, με μακριά ξανθά μαλλιά, συνήθως με πράσινα μάτια, λευκοντυμένες και αιθέριες, εμφανίζονται τις νύχτες ή τα μεσημέρια μαγεύοντας τους ανθρώπους. Τις βλέπουν μόνο οι σαββατογεννημένοι και οι αλαφροϊσκιωτοι (πρβλ. «Φεγγαροντυμένες» Σολωμού). Δεν ήταν αθάνατες, αλλά πέθαιναν κάθε φορά που μια πηγή ή ένα ποτάμι στέρευε. Συμβολίζουν τη δύναμη της ζωής και της γονιμότητας που περιέχει το νερό.
Σελ. 41: «Παλλικαριού κόμη ξανθή…»: η υπόσχεση του Πηλέα στο θεοποιημένο Σπερχειό για την επιστροφή του Αχιλλέα από την Τροία.
Σελ. 42: Ο ήχος των κυμάτων: ο ποιητής «ανθρωπολογεί» και πενθεί για τη μωρότητα της ανθρώπινης φύσης, την αδυναμία της μπροστά στη μοίρα της φθοράς. Οι θνητοί, δέσμιοι κάθε τραγικής πλάνης (Άτη) οδηγούνται συχνά ανυποψίαστοι στην αυτοκαταστροφή. Ο ποιητής «αποκαλύπτει» – διά της ιστορίας – την αιώνια φύση της ανθρώπινης ζωής.
Σελ. 42: «Πενθέας», ο βασιλιάς της Θήβας ο οποίος λοιδόρησε και αρνήθηκε τη Διονυσιακή θρησκεία και το θεό Διόνυσο. Ο θεός τιμωρώντας την ύβριν του του επεφύλαξε ατιμωτικό και φρικτό τέλος καθώς κατακρεουργήθηκε από την ίδια του τη μητέρα, την Αγαύη, όταν αυτή πάνω στην έκστασή της ως μαινάδα μέσα στο δάσος θεώρησε πως διαμελίζει, με τα χέρια της, μικρό λιοντάρι θυσιάζοντάς το στο θεό (Πρβλ. Βάκχαι, Ευριπίδου).
Σελ. 43: «κιστοφόρες», «Τριπτόλεμος», «Ευμολπίδες», «Εσχάρα», «Τελεστήριο»: εικόνες από τις γιορτές των Αθηναίων προς τιμήν της Δήμητρας και της Περσεφόνης (Ελευσίνια Μυστήρια). Τριπτόλεμος: ο γιος του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, στον οποίο η Δήμητρα δίδαξε για πρώτη φορά την καλλιέργεια του σιταριού. Σ’ αυτον ανέθεσε και τη διάδοση της καλλιέργειάς του. Κιστοφόρες: οι κοπέλες που μετέφεραν στο κεφάλι τους την «κίστη», δηλαδή κιβώτιο με τους ιερούς σπόρους σταριού κατά τις τελετουργικές πορείες προς τιμήν της Κόρης (Περσεφόνης). Ευμολπίδες: γενιά ελευσίνιων αρχόντων-ιερέων, που κληρονομικώ δικαιώματι, είχαν την πρωτοκαθεδρία (ως ιεροφάντες) στην τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων. Τελεστήριο: ο ιερός χώρος- βωμός όπου γίνονταν οι μυστικές τελετές των Ελευσινίων. Εσχάρα: στην είσοδο του ιερού της Ελευσίνας, όπου γίνονταν οι αιματηρές θυσίες ζώων από τους πιστούς.
Καραβάνι απελεύθερων (σελ. 24). Οι αιχμάλωτοι, αφού έμειναν υπόδουλοι για όσο χρειάστηκε να εξαθλιωθούν, αφέθηκαν τάχα ελεύθεροι από τους δυνάστες τους για να ξεκινήσουν τη μαρτυρική τους πορεία μέσα στην ξεραμένη κοίτη του ποταμού. Διωγμένοι από την πατρώα γη πορεύονται βασανιστικά. Ο διωγμός, κι ύστερα η πορεία της απελπισίας και του θανάτου: το σταθερό σχήμα εξόντωσης της ιστορίας που εφαρμόζουν, όσοι ενδύονται το μανδύα των νικητών, απέναντι στους ηττημένους. Το φως υπάρχει με τη μορφή του καύματος που επιτείενει το βασανισμό τους προκαλώντας δίψα και εξάντληση, δηλαδή υπάρχει ως προμήνυμα θανάτου. Στο όραμα του ποιητή περιέχονται όλα τα οράματα λύτρωσης των βασανισμένων.
Σελ. 23: «Θαλυκροί»: διάπυροι, άλλη σημασία: αναιδείς.
Το θάμβος του καύματος (σελ.25 -27). Η δοκιμασία και η απελπισία της οδοιπορίας. Ο μύθος πανταχού παρών δοκιμάζει τις ψυχές των εγκλωβισμένων στην άνυδρη κοίτη του Σπερχειού. Ζουν ανάμεσα στον πόνο, το φόβο των δεσμωτών τους και των βαρβάρων εχθρών τους που καιροφυλακτούν στις όχθες για να τραφούν από τη σφαγή τους, και τα όνειρα, τις ψευδαισθήσεις του νου λόγω της εμμονής και της αγωνίας τους για λύτρωση. Το ποτάμι έχει χάσει κάθε δύναμη ζωής που διέθετε στο παρελθόν. Έχει μεταβληθεί σε μια φυλακή θανάτου, σε πεδίο βασάνων για τους οδοιπόρους οι οποίοι συνεχώς αναπολούν τη ζωτική του δύναμη. Οδοιπόροι και διώκτες δεν έχουν ονόματα, αλλά ο ποιητής βλέπει τα πάθη τους, εισέρχεται στις σκέψεις και στους φόβους τους, γίνεται ένας από αυτούς διεισδύοντας στα όνειρά τους και συμπάσχοντας με τη μοίρα τους. Η πορεία είναι τυραννική, βασανιστική και ατέλειωτη. Οι οδοιπόροι συναντούν μορφές των αρχαίων μύθων που συνδέονται με το Σπερχειό και τους τραγικούς ποιητές. Όλες, μορφές ψυχών βασανισμένες είτε από «ίδιαις αμαρτίαις» είτε από το φταίξιμο άλλων. Ο ποιητής ιστορεί τον πόνο του ανθρώπου με τις αναπαραστάσεις των μύθων που ανασύρει από την μυθολογική και ιστορική του συνείδηση αναμειγνύοντάς τους με το παρόν για να αναδειχθεί το, κατά Σεφέρη, «πανάρχαιο δράμα» , όπως το ζει ακόμη σήμερα η εξαθλιωμένη ανθρώπινη ύπαρξη, έρμαιο της ανωνυμίας και των κυνικών μορφών εξουσίας που καταστρέφουν κάθε δημιουργική δύναμη της ατομικής ή της συλλογικής ψυχής. Ελπίζουν στην ανάσταση των ηρώων του παρελθόντος.
Σελ. 25: το σωστό: παλίνδρομα, αντί: πανίνδρομα (παρόραμα).
Η σπορά (Σελ. 27). Το όνειρο για την έναρξη μιας καινούργιας ζωής, η σφραγίδα της γέννησης νομιμοποιημένη από την αποκαλυπτική εξαγγελία-εντολή των αγγέλων με τη μορφή των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πρότυπο περιγραφής τους: οι μορφές των «Αρχαγγέλων» του Νικολάου Γύζη από τον ανολοκλήρωτο πίνακά του :« Μελέτη για τη Θεμελίωση της Πίστεως» , 1894-1895:
Σελ. 26: «δύναμη των αξίνων»: έκφραση που παραπέμπει σε αδέξια αρχαιολογική ανασκαφή όπου η σκαπάνη καταστρέφει τα ευρήματα.
Σελ. 28: «Ἐδόθη ὑμῖν τόπος, ἐπληρώθη ὑμῶν πόνος»: σας δόθηκε τόπος, εκπληρώθηκε ο πόνος (ή ο κόπος) σας.
Τυφλοί θεατές (σελ. 28). Οι οδοιπόροι στοιβάζονται στο κοίλον ενός αρχαίου θέατρου σε μια προσπάθεια των δημίων τους να χειραγωγήσουν, με το ελεγχόμενο θέαμα, το όνειρο της νέας πολιτείας που τους έδωσε την προηγούμενη νύχτα ο ποιητής με τις εικόνες της σποράς. Η τέχνη του δράματος εκφυλίζεται τελικά σε ένα ξέσπασμα ωμής βίας. Η άγρια ταπείνωση των «απείθαρχων» θεατών προκαλεί τη σκέψη και την έναρξη της διαπραγμάτευσης του θανάτου.
Σελ. 28: «κωνίων»: κωνία: τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς που είναι υπεύθυνα για την αντίληψη των χρωμάτων.
Πρωραίες γοργόνες (σελ. 30). Διαπραγμάτευση του θανάτου 1η με το μοτίβο του άδοξου θανάτου των ναυτικών που, περιπλανώμενοι διαρκώς, παραδόθηκαν στα πάθη της σάρκας, έζησαν εφήμερους, φτηνούς και ανεκπλήρωτους έρωτες, τους οποίους τελικά εξιδανικεύουν από ανάγκη ως αληθινούς και πραγματικούς.
Σελ. 30: «Νηρηϊδες»: θαλάσσιες θεότητες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, κόρες του Νηρέα και της ωκεανίδος Δωρίδας- εγγονές του Ωκεανού. Ο Ησίοδος ονομάζει 50. Καθεμιά συμβολίζει και μια κατάσταση της θάλασσας. Ήταν αθάνατες, εκπληκτικής ομορφιάς γυναικείες μορφές που μόνον κάποιοι σημαντικοί θνητοί μπορούσαν να έχουν συζύγους τους, όπως ο Πηλέας τη Θέτιδα ή ο Αιακός την Ψαμάθη.
Ο Πάσχων Ακρίτης (Σελ. 31). Διαπραγμάτευση του θανάτου 2η: ο ηρωικός θάνατος. Η αυτοθυσία για τη διατήρηση της αξιοπρέπειας και η ηθική δύναμη ενάντια στην επιβίωση κατ’ επίδραση του ρομαντικού και ιδεαλιστικού ιδεώδους. (αξιοποίηση της ιστορίας: η ηθελημένη θυσία του τελευταίου έλληνα στρατιώτη, φρουρού της Ακρόπολης, Κωνσταντίνου Κουκίδη, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα τον Απρίλιο του ’41. Καταφυγή στα εξυψωμένα πρότυπα της συλλογικής συνείδησης για να εκτονωθεί το άγχος του θανάτου μέσω της ταύτισης με μορφές ηρώων όπως ο Κ. και ο Διγενής Ακρίτας).
Εξόδιον μέλος (σελ. 32). Η τελική διαπραγμάτευση του θανάτου: από το αβέβαιο στη βεβαιότητα, στωική αποδοχή και απόπειρα για εξωραϊσμό με αναφορές σε ανώδυνες, σχεδόν ειδυλλιακές εικόνες και σύμβολα της σωτηρίας ή της νίκης πάνω στο θάνατο: «ιχθύς» (=Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ), «αμπέλια»: εγώ ειμί η άμπελος…
Τα πρόσωπα (σελ. 20). Το σκηνικό της προφητείας. Εστίαση στα πρόσωπα που πάσχουν. Βρίσκονται μέσα σε μεταφυσική αγωνία και ένταση, αναζητώντας τη λύτρωση από τα σημάδια της επερχόμενης συμφοράς. Από τα πρόσωπα, άλλα προσηλώνονται αμετανόητα στο τελετουργικό που έχει στηθεί και άλλα ήδη πάσχουν. Ο ποιητής προσπαθεί να τα προστατέψει. Μάταια όμως. Προχωρά στην εξήγηση των οιωνών.
Σελ.20: «χρυσοκέντητα παγώνια»: σύμβολα αθανασίας στη βυζαντινή εικονογραφία.
Σελ. 21: μελλοθανάτων αντί μελοθανάτων (παρόραμα)
Οιωνοσκοπία θυσιασμένων πτηνών (σελ. 21). Η σφαγή των πτηνών από τον ποιητή μπροστά στο επίμονο πλήθος που περιμένει κι ελπίζει μάταια και σε μια ελπιδοφόρο ερμηνεία των σημείων.
Σελ. 22: «ινιακά τείχη»: το ινιακό οστό βρισκεται στο πίσω μέρος του κρανίου.
Άδοξη παραμυθία (σελ. 22). «Παραμυθία»: παρηγοριά (από το ρήμα: παραμυθέομαι-οῦμαι: παρηγορώ). Εκφράζεται η απογοήτευση από την αδυναμία του ποιητή να ανατρέψει, με την προφητεία, την πτώση της πολιτείας του. Ο κύκλος του παρελθόντος κλείνει και γίνεται η επάνοδος στο παρόν της καταστροφής. Το νήμα του χρόνου συνδέεται με το «καραβάνι» των αιχμαλώτων της Παρόδου που ετοιμάζεται για τη μαρτυρική του πορεία.
Πάροδος(σελ.8). Η είσοδος, βλ. στην τραγωδία: το άσμα της εισόδου του χορού που γίνεται μετά τον πρόλογο. Εξαγγελία ενός τραγικού χορού για την έναρξη της ποιητικής πράξης και την έλευση του ποιητή: «Αυτός…». Είσοδος του ποιητή στον κόσμο της ποιητικής του πραγματικότητας, σαν σε ξεκίνημα τραγωδίας. Προσπαθεί να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στη δύσκολη εποχή που ζει. Φαίνεται αποφασισμένος να εγκαταλείψει την απραξία, την υποκρισία και τη σιωπή. Ο χρόνος διαστέλλεται για να δημιουργηθεί το διαρκές παρόν που θα επιτρέψει τις εναλλαγές παρόντος-παρελθόντος-μέλλοντος. Ο ποιητής παρατηρώντας τις σκηνές του παρόντος του, μεταφέρεται συνειρμικά στο παρελθόν για να θυμηθεί «την εξαγορασμένη του σιωπή». Προσπαθώντας να ξεφύγει πια από τη σιωπή αδυνατεί να αρθρώσει αρμονικούς ήχους οδηγούμενος στην μονοτονία κραυγών («ρεκάσματα»). Η υπέρβαση των κραυγών θα γίνει μέσα από την καταφυγή στη μνήμη. Ο ποιητής «ενθυμείται» και με τα θραύσματα της ενθύμησης, τους «σπονδύλους» του, συνθέτει το λόγο της ποίησης.
Σπόνδυλοι (σελ.9). Οι παιδικές αναμνήσεις, η όποια γνώση της τέχνης και της ιστορίας, οι διάσπαρτες εικόνες της μνήμης και της ζωής θα συνθέσουν την προφητεία, η οποία προβάλλεται ως αιτούμενη σωτηρία και ελπίδα για τους συνανθρώπους του. Νιώθει το κάλεσμα της Μούσας για να δημιουργήσει νέα όνειρα.(ακροστιχίδα τελευταίου στίχου: Ν…Ε…Ε = νέε).Σελ. 9, Σπόνδυλοι: τα βασικά μέρη του ποιητικού μύθου, «το D.N.A» της σύνθεσης.
Σελ. 9, Λαχέσεως λόγος, Πλάτωνος Πολιτεία 613e–619a : εικόνες παρμένες από το Μύθο του Ἡρός, όπως τον διηγείται ο Σωκράτης. Το αρχαίο κείμενο: «[616b] ἐπειδὴ δὲ τοῖς ἐν τῷ λειμῶνι ἑκάστοις ἑπτὰ ἡμέραι γένοιντο, ἀναστάντας ἐντεῦθεν δεῖν τῇ ὀγδόῃ πορεύεσθαι, καὶ ἀφικνεῖσθαι τεταρταίους ὅθεν καθορᾶν ἄνωθεν διὰ παντὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ γῆς τεταμένον φῶς εὐθύ, οἷον κίονα, μάλιστα τῇ ἴριδιπροσφερῆ, λαμπρότερον δὲ καὶ καθαρώτερον· εἰς ὃ ἀφικέσθαι προελθόντες ἡμερησίαν ὁδόν, καὶ ἰδεῖν αὐτόθι κατὰ[616c] μέσον τὸ φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὰ ἄκρα αὐτοῦ τῶν δεσμῶν τεταμένα―εἶναι γὰρ τοῦτο τὸ φῶς σύνδεσμον τοῦ οὐρανοῦ, οἷον τὰ ὑποζώματα τῶν τριήρων, οὕτω πᾶσαν συνέχον τὴνπεριφοράν― ἐκ δὲ τῶν ἄκρων τεταμένον Ἀνάγκης ἄτρακτον,δι’ οὗ πάσας ἐπιστρέφεσθαι τὰς περιφοράς· οὗ τὴν μὲν ἠλακάτην τε καὶ τὸ ἄγκιστρον εἶναι ἐξ ἀδάμαντος, τὸν δὲσφόνδυλον μεικτὸν ἔκ τε τούτου καὶ ἄλλων γενῶν. τὴν δὲ [616d] τοῦ σφονδύλου φύσιν εἶναι τοιάνδε· τὸ μὲν σχῆμα οἵαπερ ἡ τοῦ ἐνθάδε, νοῆσαι δὲ δεῖ ἐξ ὧν ἔλεγεν τοιόνδε αὐτὸν εἶναι, ὥσπερ ἂν εἰ ἐν ἑνὶ μεγάλῳ σφονδύλῳ κοίλῳ καὶ ἐξεγλυμμένῳ διαμπερὲς ἄλλος τοιοῦτος ἐλάττων ἐγκέοιτο ἁρμόττων, καθάπερ οἱ κάδοι οἱ εἰς ἀλλήλους ἁρμόττοντες, καὶ οὕτω δὴ τρίτον ἄλλον καὶ τέταρτον καὶ ἄλλους τέτταρας. ὀκτὼ γὰρ εἶναι τοὺς σύμπαντας σφονδύλους, ἐν ἀλλήλοις ἐγκειμένους,[616e] κύκλους ἄνωθεν τὰ χείλη φαίνοντας, νῶτον συνεχὲς ἑνὸς σφονδύλου ἀπεργαζομένους περὶ τὴν ἠλακάτην· ἐκείνην δὲ διὰ μέσου τοῦ ὀγδόου διαμπερὲς ἐληλάσθαι. τὸν μὲν οὖν πρῶτόν τε καὶ ἐξωτάτω σφόνδυλον πλατύτατον τὸν τοῦ χείλους κύκλον ἔχειν, τὸν δὲ τοῦ ἕκτου δεύτερον, τρίτον δὲ τὸν τοῦ τετάρτου, τέταρτον δὲ τὸν τοῦ ὀγδόου, πέμπτον δὲ τὸν τοῦ ἑβδόμου, ἕκτον δὲ τὸν τοῦ πέμπτου, ἕβδομον δὲ τὸντοῦ τρίτου, ὄγδοον δὲ τὸν τοῦ δευτέρου. καὶ τὸν μὲν τοῦμεγίστου ποικίλον, τὸν δὲ τοῦ ἑβδόμου λαμπρότατον, τὸν δὲ [617a] τοῦ ὀγδόου τὸ χρῶμα ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἔχειν προσλάμποντος,τὸν δὲ τοῦ δευτέρου καὶ πέμπτου παραπλήσια ἀλλήλοις, ξανθότερα ἐκείνων, τρίτον δὲ λευκότατον χρῶμα ἔχειν, τέταρτον δὲ ὑπέρυθρον, δεύτερον δὲ λευκότητι τὸν ἕκτον. κυκλεῖσθαι δὲ δὴ στρεφόμενον τὸν ἄτρακτον ὅλον μὲν τὴν αὐτὴν φοράν, ἐν δὲ τῷ ὅλῳ περιφερομένῳ τοὺς μὲν ἐντὸς ἑπτὰ κύκλους τὴν ἐναντίαν τῷ ὅλῳ ἠρέμα περιφέρεσθαι, αὐτῶν δὲ τούτων τάχιστα μὲν ἰέναι τὸν ὄγδοον, δευτέρους δὲ καὶ ἅμα [617b] ἀλλήλοις τόν τε ἕβδομον καὶ ἕκτον καὶ πέμπτον· [τὸν] τρίτον δὲ φορᾷ ἰέναι, ὡς σφίσι φαίνεσθαι, ἐπανακυκλούμενον τὸντέταρτον, τέταρτον δὲ τὸν τρίτον καὶ πέμπτον τὸν δεύτερον.στρέφεσθαι δὲ αὐτὸν ἐν τοῖς τῆς Ἀνάγκης γόνασιν. ἐπὶ δὲτῶν κύκλων αὐτοῦ ἄνωθεν ἐφ’ ἑκάστου βεβηκέναι Σειρῆνα συμπεριφερομένην, φωνὴν μίαν ἱεῖσαν, ἕνα τόνον· ἐκ πασῶν δὲ ὀκτὼ οὐσῶν μίαν ἁρμονίαν συμφωνεῖν. ἄλλας δὲ καθημένας πέριξ δι’ ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ Κλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖνπρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα, Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. καὶ τὴν μὲν Κλωθὼ τῇ δεξιᾷ χειρὶ ἐφαπτομένην συνεπιστρέφειν τοῦ ἀτράκτου τὴν ἔξω περιφοράν, διαλείπουσαν χρόνον, τὴν δὲ Ἄτροπον τῇ ἀριστερᾷ τὰς ἐντὸς αὖ ὡσαύτως· τὴν δὲ Λάχεσιν [617d] ἐν μέρει ἑκατέρας ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ ἐφάπτεσθαι. σφᾶς οὖν, ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν. προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειταλαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλὸν εἰπεῖν ―«Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος.Ψυχαὶ ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου. [617e] οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε.πρῶτος δ’ ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ ἀνάγκης. ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. αἰτία ἑλομένου· θεὸς ἀναίτιος.» Ταῦτα εἰπόντα ῥῖψαι ἐπὶ πάντας τοὺς κλήρους, τὸν δὲ παρ’ αὑτὸν πεσόντα ἕκαστον ἀναιρεῖσθαι πλὴν οὗ, ἓδὲ οὐκ ἐᾶν· τῷ δὲ ἀνελομένῳ δῆλον εἶναι ὁπόστος εἰλήχει. μετὰ δὲ τοῦτο αὖθις τὰ τῶν βίων παραδείγματα εἰςτὸ πρόσθεν σφῶν θεῖναι ἐπὶ τὴν γῆν, πολὺ πλείω τῶν παρόντων. εἶναι δὲ παντοδαπά· ζῴων τε γὰρ πάντων βίους καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀνθρωπίνους ἅπαντας. τυραννίδας τε γὰρ ἐν αὐτοῖς εἶναι, τὰς μὲν διατελεῖς, τὰς δὲ καὶ μεταξὺ διαφθειρομένας καὶ εἰς πενίας τε καὶ φυγὰς καὶ εἰς πτωχείας τελευτώσας· εἶναι δὲ καὶ δοκίμων ἀνδρῶν βίους, τοὺς μὲν ἐπὶ εἴδεσιν καὶ κατὰ κάλλη καὶ τὴν ἄλλην ἰσχύν[618b] τε καὶ ἀγωνίαν, τοὺς δ’ ἐπὶ γένεσιν καὶ προγόνων ἀρεταῖς, καὶ ἀδοκίμων κατὰ ταῦτα, ὡσαύτως δὲ καὶ γυναικῶν. Ψυχῆς δὲ τάξιν οὐκ ἐνεῖναι διὰ τὸ ἀναγκαίως ἔχειν ἄλλον ἑλομένην βίον ἀλλοίαν γίγνεσθαι· τὰ δ’ ἄλλα ἀλλήλοις τε καὶ πλούτοις καὶ πενίαις, τὰ δὲ νόσοις, τὰ δ’ ὑγιείαις μεμεῖχθαι, τὰ δὲ καὶ μεσοῦν τούτων. ἔνθα δή, ὡς ἔοικεν, ὦ φίλε Γλαύκων, ὁ πᾶς κίνδυνος ἀνθρώπῳ, καὶ διὰ ταῦτα μάλιστα [618c] ἐπιμελητέον ὅπως ἕκαστος ἡμῶν τῶν ἄλλων μαθημάτων ἀμελήσας τούτου τοῦ μαθήματος καὶ ζητητὴς καὶ μαθητὴς ἔσται, ἐάν ποθεν οἷός τ’ ᾖ μαθεῖν καὶ ἐξευρεῖν τίς αὐτὸν ποιήσει δυνατὸν καὶ ἐπιστήμονα, βίον καὶ χρηστὸν καὶ πονηρὸν διαγιγνώσκοντα, τὸν βελτίω ἐκ τῶν δυνατῶν ἀεὶ πανταχοῦ αἱρεῖσθαι· ἀναλογιζόμενον πάντα τὰ νυν δὴ ῥηθέντα καὶ συντιθέμενα ἀλλήλοις καὶ διαιρούμενα πρὸς ἀρετὴν βίου πῶς ἔχει, εἰδέναι τί κάλλος πενίᾳ ἢ πλούτῳ κραθὲν καὶ [618d] μετὰ ποίας τινὸς ψυχῆς ἕξεως κακὸν ἢ ἀγαθὸν ἐργάζεται, καὶ τί εὐγένειαι καὶ δυσγένειαι καὶ ἰδιωτεῖαι καὶ ἀρχαὶ καὶ ἰσχύες καὶ ἀσθένειαι καὶ εὐμαθίαι καὶ δυσμαθίαι καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα τῶν φύσει περὶ ψυχὴν ὄντων καὶ τῶν ἐπικτήτων τί συγκεραννύμενα πρὸς ἄλληλα ἐργάζεται, ὥστε ἐξ ἁπάντων αὐτῶν δυνατὸν εἶναι συλλογισάμενον αἱρεῖσθαι, πρὸς τὴν τῆς ψυχῆς φύσιν ἀποβλέποντα, τόν τε χείρω καὶ τὸν ἀμείνω [618e] βίον, χείρω μὲν καλοῦντα ὃς αὐτὴν ἐκεῖσε ἄξει, εἰς τὸ ἀδικωτέραν γίγνεσθαι, ἀμείνω δὲ ὅστις εἰς τὸ δικαιοτέραν. τὰ δὲ ἄλλα πάντα χαίρειν ἐάσει· ἑωράκαμεν γὰρ ὅτι ζῶντί τε καὶ τελευτήσαντι αὕτη κρατίστη αἵρεσις. ἀδαμαντίνως δὴ [619a] δεῖ ταύτην τὴν δόξαν ἔχοντα εἰς Ἅιδου ἰέναι, ὅπως ἂν ᾖ καὶ ἐκεῖ ἀνέκπληκτος ὑπὸ πλούτων τε καὶ τῶν τοιούτων κακῶν, καὶ μὴ ἐμπεσὼν εἰς τυραννίδας καὶ ἄλλας τοιαύτας πράξεις πολλὰ μὲν ἐργάσηται καὶ ἀνήκεστα κακά, ἔτι δὲ αὐτὸς μείζω πάθῃ, ἀλλὰ γνῷ τὸν μέσον ἀεὶ τῶν τοιούτων βίον αἱρεῖσθαι καὶ φεύγειν τὰ ὑπερβάλλοντα ἑκατέρωσε καὶ ἐν τῷδε τῷ βίῳ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἐν παντὶ τῷ ἔπειτα· οὕτω γὰρ[619b] εὐδαιμονέστερος γίγνεται ἄνθρωπος».
Ο θεράπων της εξουσίας (σελ.10). Η μαρτυρία του ποιητή για το πώς ο ίδιος βίωσε την παρακμή.Υπήρξε υπηρέτης μιας τυραννικής εξουσίας βολεμένος μέσα στην τρυφή και την αναγνώριση που του πρόσφερε, αποποιήθηκε την ποίηση, αρκέστηκε στην περιγραφή της πραγματικότητας, βίωσε την «υποταγή» της παράδοσης στην έτοιμη σκέψη των κοινών μετρήσεων, έζησε ήσυχα τη θαλπωρή της καθημερινής σιγουριάς στο πλευρό των δυνατών με τίμημα τη σιωπή. Τώρα, παρ’ όλο που δεν έγινε ο ίδιος τυραννοκτόνος, επανέρχεται η συνείδηση και η αστάθεια για να «εκραγεί» ατιθάσευτος ο λόγος.
Σελ. 10, «Πεισιστρατίδες»: ονομάζονται οι γιοι του Τυράννου Πεισίστρατου, Ίππαρχος και Ιππίας οι οποίοι συνέχισαν την τυραννική εξουσία του πατέρα τους. Ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, ενώ ο Ιππίας κυβέρνησε για άλλα τέσσερα χρόνια ώσπου ανετράπη από τους Αλκμεωνίδες και τους Λακεδαιμονίους και εξορίστηκε. Τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, τους αποκαλούμενους από τότε «τυραννοκτόνους», η αθηναϊκή δημοκρατία τους τιμούσε ως ήρωες.
Σελ. 10, «εἲθε ἲτω, εἲθε ἲσθω»: «μακάρι να έρθει, μακάρι να γνωρίσει», ψάλλει ο χορός για την έλευση του ποιητή – προφήτη.
Ο έφηβος των αναμνήσεων (σελ. 12-13). Η εικόνα των θανατωμένων πτηνών στο παιδικό βλέμμα και η παρατήρηση της σήψης των περιστεριών από ψηλά, όταν ο ποιητής, παιδί ακόμη, νιώθει την ανάγκη να απομονωθεί και σκαρφαλώνει στη στέγη. Οιωνοσκόπος για πρώτη φορά; Οι παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις πλημμυρίζουν τη σκέψη και αποκαλύπτονται στη συνείδηση οραματικά με τα πουλιά και την πτήση να γίνονται από τότε και στο εξής εμμονή. Από την παρατήρηση των στρουθίων στο θαυμασμό των κύκνων. Αναδύονται οι ενοχές για απερίσκεπτους φόνους πτηνών. Ίσως ο μύχιος φθόνος του ανθρώπου για την ικανότητα της πτήσης.
Σελ. 12, «ἑωθινά»: Τροπάρια που ψάλλονται στο τέλος του Όρθρου πριν από τη Μεγάλη Δοξολογία.
Σελ. 13: «ρεπόντων ορνίθων και απελπισμένων στρουθίων»: ρέπων είναι αυτός που γέρνει, ο χωλός // στρουθία: σπουργίτια. Πρβλ. Τη συχνή χρήση της λέξης στο έργο του Παπαδιαμάντη και τον ΡΑ΄, 101 Ψαλμό του Δαυίδ: «ἠγρύπνησα καὶἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος…».
Κύκνος οιωνός – Αναθήματα στις όχθες (σελ. 14). Αναφορά στο φόνο του κύκνου στο ποτάμι από τον πατέρα και ο νυχτερινός παιδικός θρήνος δίπλα στο σκοτωμένο αιμόφυρτο πουλί. Η Μνήμη αναδομεί τις εικόνες που έζησε δίπλα στο ποτάμι, το Σπερχειό. Ο Σπερχειός είναι το προνομιακό και γνώριμο τοπίο της άγουρης νιότης που συνδέεται με το δέος απέναντι στις άλογες δυνάμεις της φύσης. Εκεί, βιώνεται η άνιση μάχη των κύκνων με τα ερπετά: «κατασπαράζοντας την ομορφιά των φτερών», δηλαδή, η μάχη της ομορφιάς εναντίον της φυσικής βίας. Μπροστά στην τραγωδία και το αδιέξοδο η επίκληση σωτηρίας προς το θεοποιημένο Σπερχειό των αρχαίων μύθων και της ομηρικής Φθίας. Ο ποιητής, αρνούμενος το παρόν, προσπαθεί να ζήσει μέσα στους μύθους αυτούς για να λυτρωθεί αντλώντας μορφές και εικόνες.
Σπερχειός (σελ. 15). Γίνεται το σκηνικό – απαρχή της ποιητικής έκστασης. Προσφέρει τις εικόνες, αλλά απαιτεί ως θεός των παλαιών μύθων ύμνο: «ὓμνον μοι ποίει» : ύμνησέ με …. Η δεσποτεία του δίνει στη σκέψη του ποιητή την ορμή ώστε να διεισδύσει στους αιώνιους νόμους της ιστορίας: η πορεία από την έπαρση της δύναμης στην παρακμή και στην πτώση μέσα από την καταστροφή των ψυχών.
Ιστοριογραφία (σελ. 16). Συμμετοχή και αφήγηση στις διαδρομές της ιστορίας. Κρυμμένος θαυμασμός για το Θουκυδίδειο λόγο –άλλη μια εφηβική εμμονή-. Η Αθήνα του Περικλή τη στιγμή που οι Αθηναίοι είναι κλεισμένοι στα τείχη. Ο ποιητής παρατηρεί, ιστορεί με θλίψη την κατάντια εκείνης της πολιτείας και της δικής του. Η ομοιότητα με το παρόν εμφανής. Μετά τους μύθους, η ιστορία εισχωρεί στη σύνθεση ως υπέρβαση της μυθολογικής αντίληψης και πιο άμεση ερμηνεία για τον άνθρωπο και κόσμο. Το έργο του Θουκυδίδη καθιστά την ιστορία βαθεία ανθρωπολογία. Στη συνείδηση του ποιητή βαραίνουν τρεις «κορυφαίες» σκηνές της θουκυδίδειας αφήγησης:
Σελ. 16: ο Επιτάφιος του Περικλή, Θουκυδίδου Ἱστορίαι, Β, 36.
Σελ. 16: ξεχείλιζε αντί ξεχύλιζε (παρόραμα)
Σελ. 17: αδωροδόκητος αντί αδωροκόκητος (παρόραμα)
Σελ. 17: η περιγραφή του λοιμού, Θουκυδίδου Ἱστορίαι, Β, 52-54: «Ἐπίεσε δ’ αὐτοὺς μᾶλλον πρὸς τῷ ὑπάρχοντι πόνῳ καὶ ἡ ξυγκομιδὴ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ ἄστυ, καὶ οὐχ ἧσσον τοὺς ἐπελθόντας. οἰκιῶν γὰρ οὐχ ὑπαρχουσῶν, ἀλλ’ ἐν καλύβαις πνιγηραῖς ὥρᾳ ἔτους διαιτωμένων ὁ φθόρος ἐγίγνετο οὐδενὶ κόσμῳ, ἀλλὰ καὶ νεκροὶ ἐπ’ ἀλλήλοις ἀποθνῄσκοντες ἔκειντοκαὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐκαλινδοῦντο καὶ περὶ τὰς κρήνας ἁπάσας ἡμιθνῆτες τοῦ ὕδατος ἐπιθυμίᾳ. τά τε ἱερὰ ἐν οἷς ἐσκήνηντο νεκρῶν πλέα ἦν, αὐτοῦ ἐναποθνῃσκόντων· ὑπερβιαζομένουγὰρ τοῦ κακοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅτι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο καὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων ὁμοίως. νόμοιτε πάντες ξυνεταράχθησαν οἷς ἐχρῶντο πρότερον περὶ τὰς ταφάς, ἔθαπτον δὲ ὡς ἕκαστος ἐδύνατο. καὶ πολλοὶ ἐς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο σπάνει τῶν ἐπιτηδείων διὰ τὸ συχνοὺς ἤδη προτεθνάναι σφίσιν· ἐπὶ πυρὰς γὰρ ἀλλοτρίας φθάσαντες τοὺς νήσαντας οἱ μὲν ἐπιθέντες τὸν ἑαυτῶννεκρὸν ὑφῆπτον, οἱ δὲ καιομένου ἄλλου ἐπιβαλόντες ἄνωθεν ὃν φέροιεν ἀπῇσαν. τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα. ῥᾷον γὰρ ἐτόλμα τις ἃ πρότερον ἀπεκρύπτετο μὴ καθ’ ἡδονὴν ποιεῖν, ἀγχίστροφον τὴν μεταβολὴν ὁρῶντες τῶν τε εὐδαιμόνων καὶ αἰφνιδίως θνῃσκόντων καὶ τῶν οὐδὲν πρότερον κεκτημένων, εὐθὺς δὲ τἀκείνων ἐχόντων. Ὥστε ταχείας τὰς ἐπαυρέσεις καὶ πρὸς τὸ τερπνὸν ἠξίουν ποιεῖσθαι, ἐφήμερα τά τε σώματα καὶ τὰ χρήματα ὁμοίως ἡγούμενοι. καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρή-σεται·ὅτι δὲ ἤδη τε ἡδὺ πανταχόθεν τε ἐς αὐτὸ κερδαλέον,τοῦτο καὶ καλὸν καὶ χρήσιμον κατέστη. θεῶν δὲ φόβος ἢ ἀνθρώπων νόμος οὐδεὶς ἀπεῖργε, τὸ μὲν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καὶ σέβειν καὶ μὴ ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δὲ ἁμαρτημάτων οὐδεὶς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιοὺς ἂν τὴν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι, πολὺ δὲ μείζω τὴν ἤδη κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι.Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο, ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης. Ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους, φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι «ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.»
Σελ.17: πνίγος και θέρμη: η τραγική μοίρα των Αθηναίων αιχμαλώτων στα λατομεία της Σικελίας. Θουκυδίδου, Ἱστορίαι ,Βιβλίο Ζ, 87: «Τοὺς δ’ ἐν ταῖς λιθοτομίαις οἱ Συρακόσιοι χαλεπῶς τοὺς πρώτους χρόνους μετεχείρισαν. Ἐν γὰρ κοίλῳ χωρίῳ ὄντας καὶ ὀλίγῳ πολλοὺς οἵ τε ἥλιοι τὸ πρῶτον καὶ τὸ πνῖγος ἔτι ἐλύπει διὰ τὸ ἀστέγαστον καὶ αἱ νύκτες ἐπιγιγνόμεναι τοὐναντίον μετοπωριναὶ καὶ ψυχραὶ τῇ μεταβολῇ ἐς ἀσθένειαν ἐνεωτέριζον, πάντα τε ποιούντων αὐτῶν διὰ στενοχωρίαν ἐν τῷ αὐτῷ καὶ προσέτι τῶν νεκρῶν ὁμοῦ ἐπ’ ἀλλήλοις ξυννενημένων, οἳ ἔκ τε τῶν τραυμάτων καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν καὶ τὸ τοιοῦτον ἀπέθνῃσκον, καὶ ὀσμαὶ ἦσαν οὐκ ἀνεκτοί, καὶ λιμῷ ἅμα καὶ δίψῃ ἐπιέζοντο (ἐδίδοσαν γὰρ αὐτῶν ἑκάστῳ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας κοτύλην ὕδατος καὶ δύο κοτύλας σίτου), ἄλλα τε ὅσα εἰκὸς ἐν τῷ τοιούτῳ χωρίῳ ἐμπεπτωκότας κακοπαθῆσαι, οὐδὲν ὅτι οὐκ ἐπεγένετο αὐτοῖς·»
Σελ. 17: «κοτύλη»: είδος ποτηριού και είδος μέτρου (μαρτυρείται ως ποτήρι από τον Όμηρο και ως μέτρο μέτρησης από το Σόλωνα μέχρι και τη ρωμαϊκή εποχή).
Αφίχθη ο αυλητής των κυμάτων (σελ. 18). Ο ποιητής, μετά τις διαδρομές στην ιστορία, έτοιμος να ξεπεράσει τις κραυγές και να εισέλθει στην αρμονία του οραματικού λόγου της ποίησης αναλαμβάνοντας το ρόλο του ρυθμιστή της ελπίδας. Φαίνεται ότι συναινεί για να διαδραματίσει το ρόλο αυτό. Έτσι, στην απελπισμένη πολιτεία του παρόντος, λίγο πριν τη «βεβαία πτώση» ανακοινώνεται η έλευση του οιωνοσκόπου – ποιητή. Καλείται,με στομφώδεις προσφωνήσεις, να προχωρήσει στη θυσία και στη λυτρωτική οιωνοσκοπία του ερμηνεύοντας τη θυσία-σφαγή των πτηνών -οιωνών.
Η ποιητική αφήγηση δομείται εξελικτικά σε πέντε ενότητες:
Α’. Μνημοσύνη
Β’. Θύτης Πτηνών
Γ’. Ευθυτενείς Άγγελοι Θαλυκροί
Για την διεισδυτικότερη μελέτη των ενοτήτων και, κυρίως, για τη διευκόλυνση της «συνομιλίας» του αναγνώστη με το ποιητικό κείμενο προτείνονται κάποια ερμηνευτικά κλειδιά, και παρουσιάζονται τα λογοτεχνικά ή άλλα διακείμενα που αξιοποιήθηκαν στη σύνθεση. Ο αναγνώστης μπορεί να τα συμβουλεύεται, χωρίς φυσικά να θεωρήσει ότι αποτελούν «θέσφατα» ερμηνείας, ανατρέχοντας στην ξεχωριστή σελίδα κάθε ενότητας παράλληλα με την ανάγνωση του κειμένου.
Άσκοπη η αναμονή για την παρέλαση των Αγγέλων.
Ο κόσμος των ιδεατών μηχανών
θα συγκρουστεί με τις αέρινες νοητές υπάρξεις των ασωμάτων όντων
της πίστης μας.
Σε απογυμνωμένα τοπία
θλιβερά, απροστάτευτα από την τύχη,
τα παιδιά των οδοιπόρων θα μικραίνουν τα βήματά τους
όταν οι απόχες τους θα βαραίνουν, ασήκωτες
από τους σωρούς των κυνηγημένων φτερωτών τ’ ουρανού.
Tο πρώτο δημοσιευμένο δείγμα της ποιητικής παραγωγής του Απόστολου Κωνσταντίνου.

Η ποιητική αφήγηση «Ο Αυλητής των Κυμάτων», η οποία παρουσιάζεται εδώ στο σύνολό της, εκδόθηκε το 2011, σε εκατό αριθμημένα αντίτυπα. Τα αντίτυπα αυτά μοιράστηκαν ή απεστάλησαν σε εκατό φίλους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Πρόκειται για μια σπονδυλωτή ποιητική αφήγηση στην οποία όνειρο και πραγματικότητα, αρχετυπικοί μύθοι, βιογραφικά στοιχεία και ιστορία διαπλέκονται.
Ο ποιητής – αφηγητής φθάνει στην εξαθλιωμένη και παρηκμασμένη πολιτεία του προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας, την ώρα που οι κάτοικοί της υποχρεώνονται σε μια πορεία εξορίας από εξαχρειωμένους, απηνείς κατακτητές. Ελπίζουν πως αυτός θα απαλύνει τον πόνο της αιχμαλωσίας και της εκδίωξης τους από την πατρώα γη. Ο ποιητής πορεύεται μαζί με τους ταλαιπωρημένους, αιχμάλωτους συνανθρώπους του μέσα από την ξεραμένη κοίτη του Σπερχειού των παιδικών αναμνήσεων και των μύθων της ομηρικής Φθίας, σε έναν «σίγουρο», όπως πιστεύουν, δρόμο αναζήτησης της σωτηρίας. Μνήμες ονειρικές από τη δόξα του παρελθόντος, από την εποχή της ακμής, τους φέρνουν αντιμέτωπους με τις ενοχές για την αλαζονεία και επιτείνουν την τραγική τους θέση.
Ο ποιητής, μεταδίδοντας τα οράματά του, υπόσχεται στους καταπονημένους οδοιπόρους πως στο τέρμα της πορείας θα βρουν τη λύτρωση ως άποικοι μιας νέας, ευτυχισμένης και ευνομούμενης πόλης, δίπλα στη δροσιά της θαλάσσιας αύρας. Σ΄αυτήν την πολιτεία – προορισμό πάλι, οι παρηκμασμένοι ιθαγενείς κάτοικοί της, αναμένουν κάποιους εποίκους ως σωτήρες και ανανεωτές.
Η ελπίδα, όμως, διαψεύδεται εκατέρωθεν, όταν οι έποικοι φτάνουν. Kανείς πια δεν έχει τη δύναμη να δημιουργήσει την αναγέννηση. Παρακμή και ματαίωση με τον ποιητή – μέντορα της σωτηρίας απαξιωμένο, να αναμετράται με τον εαυτό του και την τέχνη του βυθιζόμενος στη σιωπή. Ο κύκλος κλείνει με κέρδος γι΄ αυτόν: ένα ακόμη όραμα αυτογνωσίας με στοχασμό για τη φύση, τη θέση και τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης στην ιστορία.
Η αφήγηση ολοκληρώνεται και το κείμενο εκπληρώνει (;) το σωτηριολογικό του ρόλο για τον αφηγητή και για τον αναγνώστη ανοίγοντας τις διαδρομές της κάθαρσης μέσα από τον αισθητικό κόσ

Ο Απόστολος Κ. Κωνσταντίνου γεννήθηκε το 1971. Είναι φιλόλογος και διδάσκει στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με την ποίηση από τα νεανικά του χρόνια. Η πρώτη του ποιητική έκδοση ήταν «Ο Αυλητής Των Κυμάτων», το 2011. Του αρέσει το διάβασμα, παρακολουθεί και προσπαθεί να εμβαθύνει στις νεότερες εξελίξεις της επιστήμης, της τέχνης, της διδακτικής και της φιλοσοφίας. Στον παρόντα διαδικτυακό τόπο επιδιώκει να παρουσιάζει τις καινούργιες ποιητικές του απόπειρες επιδιώκοντας από τους αναγνώστες του την ελεύθερη κριτική και τον διάλογο.