Φίλοι χαμένοι
τυχαία στη σκιά του αποψινού ύπνου,
σ’ ένα όνειρο συναντηθήκαμε ξανά,
να συμφωνήσουμε σιωπηλά πως η ζωή μας έγειρε ανεπαίσθητα.
Τι χρειάζονται οι ποιητές σε τόσο μίζερους καιρούς;
Φίλοι χαμένοι
τυχαία στη σκιά του αποψινού ύπνου,
σ’ ένα όνειρο συναντηθήκαμε ξανά,
να συμφωνήσουμε σιωπηλά πως η ζωή μας έγειρε ανεπαίσθητα.
Επαίρονται οι πολιορκητές:
– Δεν απέμεινε καμιά λεία για μας,
μόνον το εμπόριο των σκλάβων θα δώσει κέρδη ικανά.
Περιμένουμε τους πολιορκημένους να ενδώσουν
στη δίψα,
στην πείνα,
στην ενθύμηση των απολαύσεων της παλιάς τους ακμής.
Πρώτοι εξαγοράζονται οι ευγενείς,
μετά οι επαναστάτες ήρωες της αντίστασης
τελευταίοι, αλλά γονυπετείς, σέρνονται -αυτοδέσμιοι – οι ποιητές
με τον πόνο των εικόνων τους ικετεύοντας τη σωτηρία.
Η πάμφωτη πολιτεία των ανέμων ερειπώθηκε.
Οι ποιητές της, σαν άφθονοι κόκκοι άμμου στρατεύτηκαν,
παρήλαυναν με ηλίθια βλέμματα σαν ήρωες
πριν αντικρύσουν το αλώνι της μάχης.
Έξω απ΄τα τείχη παραμονεύουν οι εχθροί,
διασκεδάζουν στα εύθυμα πανηγύρια των προσκυνημένων.
Σαπισμένοι οι τροχοί των ξύλινων αρμάτων μας,
υποταγμένη ύλη στην αλμύρα πάνθεων κυμάτων’
δεν δύνανται να φέρουν κανέναν ένδοξο αναβάτη
δεν δύνανται να στηρίξουν καμιά έφοδο την ώρα της μάχης.
Περήφανοι διαβαίναμε τον τρωικό κάμπο
ειρωνικά χαμογελώντας στα παραμιλητά των ταπεινωμένων
σκυλεύοντας με λύσσα τις ωραίες πανοπλίες τους.
Ο χαλκός, οξειδωμένος απ’ τα χρόνια λιὠνει τώρα μαζί με τη σάρκα των φρουρών μας
Αυτοί, φύλακες πιστοί, υπομένουν με ήρεμη αγωνία στ’ ακρογυάλι τη σιγή
όταν ακούγεται το σιωπητήριο του θανάτου.
Στη δροσιά των δασών
οι Υλοτόμοι του παρόντος
κατέκοβαν τα μαρμάρινα κορμιά των παλαιών θεών.
Θεόρατες μορφές, όπως οι Κύκλωπες,
έσπρωχναν τους κυλίνδρους των σακατεμένων κιόνων
να φράξουν πάλι το ποτάμι.
Οι δεξαμενές των σκιών θα δεχτούν τα κορμιά των αδικοχαμένων ξένων
Τα αμέτρητα, άφωνα, αργόσυρτα πλήθη τους οδοιπορούν
Μέσα στην κοίτη του θεϊκού ποταμιού
πειθήνιοι τράχηλοι σκλάβων, μαζί και νεαρές μητέρες, περπατούν ομοιόμορφα κάτω από το φέγγος μιας α- νόητης δύναμης
Στον κόρφο τους βυζαίνουν άπνοα βρέφη
Ασάλευτα υποκρίνονται τη συνέχεια της ζωής.
Με την επιθυμία της φωτιάς
κινούνται οι σκιές των μετέωρων αρπακτικών.
Εκπαιδευμένα
καραδοκούν πάνω από τις κρύπτες των ερπετών.
Ο φθόνος για τη μυστική ανατομία των φτερών τους
αιώνες ταϊζει τα μισητά χθόνια όντα
με την ορμή της σκληρής γεωμετρίας των ενστίκτων.
(Αυλητής, Γ, σ.28-29)
Αφίχθη
ο αυλητής των κυμάτων
ο ταπεινός περιπατητής των λειμώνων της φθοράς,
ο άθλιος των ανέμων,
ο άγγελος των μυστηρίων.
Ερμηνευτής της θλίψης των παιδιών,
απολογητής δεσμωτών αδέξιου πλήθους,
Ιεροφάντης μαζί και δαίμονας,
παρών στο αλώνι του λιθοβολισμού
προσμένει
το άστοργο βλέμμα του μίσους
και
της λήθης το χαμόγελο.
(Αυλητής, Α, σ. 18)