Πάροδος

Βαδίζει ανάμεσά τους,

θαυμάζει την αόρατη ορμή και τη θλίψη τους.

Χρόνια άλαλος

κοιτάζοντας τις αγέρωχες μορφές των αοιδών,

αφουγγραζόμενος τους επαίνους των αρχόντων,

απ’ τη ζωή των άλλων μακριά,

με εικόνες έτοιμες και ανέξοδες ζώντας,

σώπαινε.

(Αυλητής, Α, σ.8)

Το πέρασμα στη σιωπή

Δήθεν ποιητές, εμείς κηδεύουμε την Ιστορία /

τις σκηνές των μεγάλων δραμάτων αναπαριστώντας /

ως ιερείς αιρετικοί /

θύματα πάθους /

με αγγίγματα /

δικάζουμε την ομορφιά των Νηρηίδων.

(Αυλητής, Ε, σ. 55)

Οι Νύχτες στα Λατομεία

Αφού πεθάνει άδοξα, αδωροδόκητος ο αρχηγός /

βασανιστές στυγνοί των αιχμαλώτων, /

ακόλαστοι και φερέλπιδες /

θα ξεκινήσουμε για τη νέα μας δόξα./

Αδίστακτοι, με την ίδια ορμή /

ημέρες και νύχτες κωπηλατώντας /

για να πεθάνουμε στις άσκεπες τρώγλες των λατομείων /

από το πνίγος και τη θέρμη./

Θα κλέψουμε την αδειανή κοτύλη  του τυφλωμένου συντρόφου /

δε θα γυρίσουμε ποτέ στην πατρίδα ούτε θα ονειρευτούμε

την ταπείνωση του νόστου./

Αδικήσαμε χωρίς οίκτο, η Κόλαση μας συνέβη.

(Αυλητής, Α, σ.17-18)

K. (περιγράφεται η κόλασις των αποίκων)

Σε σειρές γραφείων, σε ατέλειωτους διαδρόμους /

Ταξινομήστε τα σκυμμένα σας κεφάλια /

Ανασηκώστε τα εφιαλτικά σας πρόσωπα ώστε, /

Λευκά, χωρίς βλέμματα /

Ατάραχα, χωρίς στόματα /

Στερημένα από μύες /

Αμάθητα σε συσπάσεις χαράς ή θλίψεων /

Στη λατρεία της οδύνης παραδομένα και /

μερικά καθρεπτίζοντα /

να εργάζονται αενάως.

(Αυλητής, Ε, 49-50)

Civitas solis

Η πάμφωτη πολιτεία των ανέμων ερειπώθηκε./

Οι ποιητές της σαν άφθονοι κόκκοι άμμου στρατεύτηκαν/

παρήλαυναν με ηλίθια βλέμματα σαν ήρωες/

πριν αντικρύσουν το αλώνι της μάχης./

Έξω από τα τείχη παραμονεύουν οι εχθροί./

Διασκεδάζουν στα εύθυμα πανηγύρια των προσκυνημένων.

(Αυλητής, Ε, σ.45)

Η ακηδία των ηγεμόνων

Ταξιδευτές άποικοι ορέγονται τα πλούτη/

των ιθαγενών./

Μανία, απληστία, λεηλασία/

ψυχών./

Ξανά τα κατορθώματα περιφρονημένων, άλλοτε, εμπόρων:/

εξαγόρασαν τη διάνοια των ρητόρων μας,/

εξοστράκισαν τους νομοθέτες./

Να ξεπουλήσουν πρέπει την πραμάτεια τους./

Πρόσωπα ίδια περιφέρουν την ακηδία στους αιώνες./

(Αυλητής, Δ, σ.37)

Σπόνδυλοι

Από παιδί μάζευα τις εικόνες/

περίμενα μέχρι να δοθεί η εντολή,/

ο κλήρος της Λάχεσης,/

η επιλογή μετά το λειμώνα/

μόνος να υφάνω το νήμα στο αδράχτι.

Τα ενθυμήματα από τους μυκηθμούς στο στόμιο/

με τη Μνημοσύνη παρούσα  σ π έ ρ χ ο ν τ α ι/

για να θυμάσαι τα στοιχειωμένα πρόσωπα των διάπυρων τιμωρών σου.

(Αυλητής, Α, σ.9)