Η ευωχία των ευσεβών Χριστιανών

Αυτές τις μέρες της Γέννησης

Θα πρέπει

τα εμπορεύματα να αγιάζονται

Με τις ψυχές σε ανάταση στις λαμπρές εκκλησιές

Τα θεία βρέφη από πλαστικό θαυματοποιούν με τους συμβολισμούς τους το εμπόριο των επίγειων παραδείσων

Φώτα και δρόμοι
Να πορεύονται οι μάγοι των πολύτιμων δώρων

στις ανθηρές συνοικίες όπου γεννιούνταν οι ροδαλοί χριστούληδες

παρά στις λάσπες των πεινασμένων μικρών θεών.

Πόση δικαίωση της ιερότητας και της ευσέβειας

ας μετρήσουμε τώρα.

Ωδή στο θόρυβο της Ιστορίας.

Γαϊτης_Πλήθος_2Η καταιγίδα των ωραίων λέξεων
γκρεμίζει κάθε ανάγκη σιωπής.
Καινή Ποίηση φτιάχνουν οι πληρωμένοι τεχνίτες των εικόνων,
συνοδεύοντας  τις μαγικές ιαχές στην έφοδο της απληστίας.
Παιδάρια και φαύλοι φωνασκούν στην Αγορά
στα άβουλα πλήθη υπόσχονται τιμές, άδολη αγάπη με λιγοστό πονηρό λυρισμό,
αρκεί ο Ηγεμών κι οι Εκλεκτοί να χορτάσουν,
χορτάτοι να πολεμήσουν για τους πεινασμένους
κι ύστερα βλέπουμε… (18.1.2015)

Η εκδίκηση του καλοκαιριού

Βαν_Γκογκ_ΣτάχιαΤα κίτρινα στάχια σαπίζουν τα βράδια

από την αλμύρα που κουβαλούν

όλοι αυτοί οι περίεργοι άνεμοι της Ανατολής.

Θυσίες χάρισμα στο καλοκαίρι

Φεύγει κι έρχεται η πυρά του δαιμονικά

Τα μεσημέρια όλοι οι ίσκιοι ανεξαιρέτως καίγονται.

Δε μιλούν, δεν κινούνται, δε συνωμοτούν.

Οι ποιητές ως γελοίοι ήρωες

Εγγονόπουλος_Το θαύμα του ΕλμπασάνΗ πάμφωτη πολιτεία των ανέμων ερειπώθηκε.

Οι ποιητές της, σαν άφθονοι κόκκοι άμμου στρατεύτηκαν,

παρήλαυναν με ηλίθια βλέμματα σαν ήρωες

πριν αντικρύσουν το αλώνι της μάχης.

Έξω απ΄τα τείχη παραμονεύουν οι εχθροί,

διασκεδάζουν στα εύθυμα πανηγύρια των προσκυνημένων.

(Αυλητής, Ε,σ.45)

Ζωηφόρος πλευρά.

Περπατούσαμε την ανηφόρα

ανεβαίνοντας

– με τις ψυχές μας βουβές –

κοιτώντας  πίσω

είδαμε

την κοιλάδα να βυθίζεται στην πάχνη

τα δέντρα να υποφέρουν  στα ξεφλουδισμένα τους σώματα,

τα άνθη να ευωδιάζουν στην αθωότητά τους

τα αδέσποτα σκυλιά να χαμηλώνουν το κεφάλι

Εν εκστάσει  αυτός  ο γύρω  κόσμος

κι ο δρόμος  στίβος σκληρός.

« Αγωνίζεται  το φως να μην πνιγεί  στη λάσπη»

Δεν άντεξες  την πίκρα

Των χλευασμών μες τις ωδές των πουλιών,

Έγειρες  στη συγχώρεση

Όπως σεμνά ο πελαργός 

δίνει  τροφή  το αίμα του

στους  πεινασμένους νεοσσούς του.

Οδοιπορούντες επάνω της γης

Οδοιπόροι_2016Οι δεξαμενές των σκιών θα δεχτούν τα κορμιά των αδικοχαμένων ξένων

Τα αμέτρητα, άφωνα, αργόσυρτα πλήθη τους οδοιπορούν

Μέσα στην κοίτη του θεϊκού ποταμιού

πειθήνιοι τράχηλοι σκλάβων, μαζί και νεαρές μητέρες, περπατούν ομοιόμορφα κάτω από το φέγγος μιας α-νόητης δύναμης

Στον κόρφο τους βυζαίνουν άπνοα βρέφη

Ασάλευτα υποκρίνονται τη συνέχεια της ζωής.

(Αυλητής, Γ,σ.24-25)

Η επιστροφή των Μυρμιδόνων

Μηκυναϊκή_Πανολπλία_ΝαύπλιοΣαπισμένοι οι τροχοί των ξύλινων αρμάτων μας,

υποταγμένη ύλη στην αλμύρα πάνθεων κυμάτων’

δεν δύνανται να φέρουν κανέναν ένδοξο αναβάτη

δεν δύνανται να στηρίξουν καμιά έφοδο την ώρα της μάχης.

Περήφανοι διαβαίναμε τον τρωικό κάμπο

ειρωνικά χαμογελώντας στα παραμιλητά των ταπεινωμένων

σκυλεύοντας με λύσσα τις ωραίες πανοπλίες τους.

Ο χαλκός, οξειδωμένος απ’ τα χρόνια λιὠνει τώρα μαζί με τη σάρκα των φρουρών μας

Αυτοί,  φύλακες πιστοί, υπομένουν με ήρεμη αγωνία στ’ακρογυάλι τη σιγή

όταν ακούγεται το σιωπητήριο του θανάτου.

Αυλητής, Δ, σ.38

Κηδεστές του τελευταίου ονείρου

Πικάσο_11Παραδέξου:

Είναι το φως που τρέφει τα δέντρα,

Δε γίνεται να τυφλωθούμε περισσότερο,

έχουν χαραχτεί οι δρόμοι

Όσο να περπατήσουμε πάνω στα μάρμαρα των προγόνων,

οι αυλακιές από τα ατσάλινα, λαμπερά υνιά μας δεσμεύουν

αυστηρά μετρώντας τα βήματά μας.

Συνωστισμός μισανθρώπων

ΚένταυροιΚένταυροι ψωνίζουν γυαλικά
για να στολίσουν τα κορμιά των νυμφών στα νοητά μας δάση

Με τα κοφτερά αναρίθμητα θραύσματα, έργα των οπλών τους
αυτά τα μεθυσμένα τέρατα επέβαλαν την τελεία ακινησία στα θεσπέσια σώματα
με τον πόνο ή το φόβο του ζεστού αίματος.

Καιρός να εκδικηθούμε.

Η Μεσόγειος των νεκρών

ἐν δὲ θεείου πλῆτο πέσον δ’ἐκ νηὸς ἑταῖ ροι  (δ 514)
ἄμυδις δε τε κῦ μα κελαινὸν κορθύεται (Ι 4-8)
δουλεμπορικό_ΜεσόγειοςΑσφυκτιούν επανδρωμένα τα δουλεμπορικά των ψυχών μας
σαπιοκάραβα προορισμένα να κατοικήσουν στο βυθό
επιπλέουν όσο διαρκεί η χαρά των παιδιών στην αγκαλιά των κυνηγημένων μανάδων τους, μα,
όταν, μεσοπέλαγα, ο ύπνος βαδίσει στα τρυφερά κι ανέμελα προσωπάκια τους,
έρχεται η ώρα -σίδερα και σάρκες οξειδωμένες- να παραδοθούν στις μαύρες δυνάμεις των κυμάτων
για να ενταφιάσουν την τελευταία τους αγωνία στα τρυφερά βράχια της μεσόγειας αβύσσου.
Στις ακτές μας θρηνωδούν, κρυφά απ΄τον πατέρα τους, οι Νηρηϊδες.
Εμείς αμέριμνοι στη ζεστασιά μας
κυοφορούμε στα βλέμματά μας το θαυμασμό για όλους τους θανάτους.
31.10.2015